Γέννηση Πολιτισμού
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Βασίλης Καρασμάνης
Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι προϊόν ενός προβληματισμού των τελευταίων 15-20 χρόνων σε σχέση με το πρόβλημα της γέννησης του ελληνικού πολιτισμού. Από τις παλαιές αντιλήψεις Γερμανών λογίων περί του «ελληνικού θαύματος» μέχρι διάφορες ‘σύγχρονες’ απόψεις που υποστηρίζουν την έλλειψη πρωτοτυπίας του ελληνικού πολιτισμού και υπερτονίζουν τις οφειλές των Ελλήνων σε παλιότερους πολιτισμούς πολλά έχουν γραφεί. Ωστόσο το πρόβλημα της γέννησης του ελληνικού πολιτισμού παραμένει και συνεχίζει να είναι ένα από τα δυσκολότερα ιστορικά αλλά και θεωρητικά προβλήματα. Είναι κοινός τόπος να λέμε ότι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός στηρίχθηκε πάνω στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Θεωρούμε ότι σε κάποια μικρή χρονική περίοδο, από τα τέλη του εβδόμου αιώνα π.Χ. έως και τον έκτο αιώνα π.Χ., σε ένα μικρό μέρος της Μεσογείου πραγματοποιήθηκαν από τον μικρό ελληνικό λαό επιτεύγματα που σφράγισαν όλο τον μετέπειτα παγκόσμιο πολιτισμό, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, τα μαθηματικά, το αλφάβητο, η τέχνη, το θέατρο, η λογοτεχνία, η πολιτική, η ιστορία, ο αθλητισμός και άλλα. Υπάρχουν όμως και μελετητές που θεωρούν ότι όλα σχεδόν τα παραπάνω (με πιθανή εξαίρεση το θέατρο) τα βρίσκουμε – σε μια πρώιμη ίσως μορφή τους – και σε προελληνικούς πολιτισμούς. Τελικά, πράγματι οφείλουμε στους Έλληνες όλα αυτά; Ποιό είναι το χρέος των Ελλήνων στους παλαιότερους πολιτισμούς και ποια η δική τους πρωτοτυπία; Υπάρχει κάτι, κάποιος παράγοντας, η εμφάνιση του οποίου στην ελληνική κοινωνία να προκάλεσε την άνθιση σε όλους αυτούς τους τομείς; Θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες πρώτες απαντήσεις και ελπίζω ότι οι αυτές σκέψεις, αν αποδειχθούν γόνιμες, θα εξελιχθούν σε ένα ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα που θα συνεισφέρει σημαντικά στην ερμηνεία του φαινομένου του ελληνικού πολιτισμού.
* * *
Ένας παλαιός λόγιος ο H. D. F. Kitto, στην εισαγωγή του βιβλίου του Οι Έλληνες[1] γράφει: «Σε κάποιο μέρος μέρος του κόσμου που που από αιώνες είχε αναπτύξει πολιτισμό, και αρκετά υψηλό, εμφανίστηκε σταδιακά ένας λαός, όχι πολυπληθής, όχι πολύ ισχυρός, ούτε με κάποια καλή οργάνωση, που είχε μια τελείως διαφορετική αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή, και που για πρώτη φορά έδειξε το σκοπό του ανθρώπινου πνεύματος». Τι εννοεί ο Kitto; Ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπινου πνεύματος; Ανεξάρτητα όμως της απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Ότι το βασικό χαρακτηριστικό των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων και επιστηνόνων είναι ο ορθολογισμός.
Οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι πρώτοι ανακάλυψαν τον κόσμο της θεωρητικής σκέψης αντικαθιστώντας το μύθο με τον λόγο. Ο ορθολογισμός τους συνίσταται κυρίως στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μυθικές εξηγήσεις αντικαταστάθηκαν από θεωρία υποστηριζόμενη από επιχειρήματα. Η γέννηση της επιστήμης και της φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα σημαδεύεται, από την άρνηση της διάκρισης ανάμεσα σε δύο είδη γνώσης, την εμπειρική και την θεϊκή ή αποκαλυπτική, και αντίστοιχα σε δύο επίπεδα ύπαρξης, το φυσικό και το υπερφυσικό. Με τους πρώτους Έλληνες φιλόσοφους το υπερφυσικό επίπεδο καταργείται και γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί ο κόσμος χωρίς αναφορά σε θεϊκές και υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά με βάση ενιαίες φυσικές αρχές. Έτσι οντολογία, κοσμολογία και αστρονομία βρίσκονται σε αδιάσπαστη ενότητα. Το πέρασμα από τη μυθική στην επιστημονική εξήγηση χαρακτηρίζεται από τα εξής: α) φυσικές κανονικότητες ή νόμοι, χρησιμοποιούνται αντί της θεϊκής βούλησης και του υπερφυσικού για να εξηγηθεί η φύση και τα φαινόμενα. β) Η γέννηση και σύσταση του κόσμου ανάγεται σε φυσικά στοιχεία και τις μεταβολές τους. γ) Η εξήγηση του κόσμου συνοδεύεται από κοσμικά μοντέλα, τα οποία, αντίθετα από τις μυθικές εξηγήσεις, σχηματίζονται από γεωμετρικά σχήματα.
Αν ανθρωπόμορφοι, ζωόμορφοι ή άλλου είδους θεοί είναι τα αίτια του κόσμου και των φυσικών φαινομένων, τότε και οι μορφές που χρησιμοποιούνται στις μυθικές εξηγήσεις είναι αντίστοιχες. Έτσι ο Άτλας κρατά στις πλάτες του τη γη, οι διάφοροι αστερισμοί είναι άνθρωποι, ζώα ή αντικείμενα που οι θεοί τα έστειλαν εκεί, κλπ. Αντίθετα, με την υπαγωγή του υπερφυσικού στο φυσικό και την τάση για εύρεση φυσικών κανονικοτήτων, οδηγούμαστε στη χρήση απλών γεωμετρικών μορφών και σχημάτων για την εξήγηση του κόσμου. Έτσι η κοσμογονία και κοσμολογία των πρώτων Ελλήνων φυσικών φιλοσόφων δένεται αδιάσπαστα με τη μαθηματική (γεωμετρική) αστρονομία. Η προηγμένη βαβυλωνιακή αστρονομία ήταν μάλλον αστρολογία και εξαντλείτο σε συστηματικές παρατηρήσεις αστέρων και πίνακες καταγραφής ανατολής και δύσης αστέρων. Δεν υπήρξε προσπάθεια να βρεθεί μοντέλο εξήγησης των ουρανίων σωμάτων μέσω κανονικών και ομοιόμορφων κινήσεων. Η ελληνική αστρονομία προχωρεί σε τέτοιες εξηγήσεις του κόσμου μέσω γεωμετρικών μοντέλων. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι πρώτοι φιλόσοφοι στηρίζουν τα κοσμολογικά τους μοντέλα στην παρατήρηση και τα υποστηρίζουν μέσω επιχειρημάτων.
Η χρήση επιχειρημάτων είναι το σημαντικότερο στοιχείο του ορθολογισμού των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων και επιστημόνων και η κυριότερη ίσως προσφορά τους στον ανθρώπινο πολιτισμό. Οι απόψεις, τους ανεξάρτητα από το πόσο τις θεωρούμε αληθείς ή όχι, υποστηρίχτηκαν από επιχειρήματα και στηρίχτηκαν πάνω στην εμπειρία. Αλλά, όπως άλλωστε υποστηρίζει και ο Αριστοτέλης, κάθε απόδειξη, κάθε επιχείρημα και κάθε συλλογισμός αναγκαστικά χρησιμοποιεί καθολικές έννοιες. Τούτο συμβαίνει γιατί σε κάθε συλλογιστικό ή αποδεικτικό σχήμα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία μείζον ή μεγάλη προκείμενη, η οποία προφανώς περιέχει καθολικές έννοιες. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Δηλαδή, χωρίς γενικές ή καθολικές έννοιες[2] δεν είναι δυνατόν να έχουμε απόδειξη, επιχείρημα και κατ’ επέκταση θεωρητική επιστήμη. Γιατί, όπως πάλι επιμένει ο Αριστοτέλης «η (θεωρητική) επιστήμη είναι αποδεικτική». Στην περιοχή των μαθηματικών η ορθολογικότητα εκδηλώνεται με την εισαγωγή από τους πρώτους ΄Έλληνες φιλοσόφους και επιστήμονες της μαθηματικής απόδειξης.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στις προτάσεις των Ελλήνων μαθηματικών και σ’ αυτές των Βαβυλώνιων ή των Αιγυπτίων είναι ότι οι πρώτες είναι γενικές προτάσεις, ενώ οι τελευταίες είναι επιμέρους. Έτσι, στην περίπτωση των γεωμετρικών προτάσεων που αποδίδονται στον πρώτο φιλόσοφο και επιστήμονα, το Θαλή, αυτές είναι θεωρήματα, ενώ οι βαβυλώνιες μαθηματικές προτάσεις σχετίζονται με πρακτικά προβλήματα που άπτονται συγκεκριμένων περιπτώσεων και λύνονται με συγκεκριμένες αριθμητικές πράξεις. Όλα τα προελληνικά μαθηματικά εξαντλούνται σε προβλήματα πρακτικής αριθμητικής. Αυτό σημαίνει ότι όταν καλούμαστε να λύσουμε ένα πρακτικό πρόβλημα βαβυλωνιακού τύπου, μπορούμε να το λύσουμε με μετρήσεις και υπολογισμούς και αυτή η λύση έχει ισχύ μόνο γι’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση (δηλαδή για τη συγκεκριμένη πυραμίδα ή για το ορθογώνιο του οποίου οι πλευρές έχουν συγκεκριμένο μήκος). Από την άλλη πλευρά, το θεώρημα του Θαλή[3] ότι «η διάμετρος διαιρεί τον κύκλο σε δύο ίσα μέρη» είναι μία γενική ή καθολική πρόταση που αναφέρεται σε κάθε κύκλο. Τώρα, ‘διάμετρος’ και ‘κύκλος’ είναι καθολικές έννοιες και όχι καθ’ έκαστα. Τις καθολικές έννοιες δεν μπορούμε να τις δούμε, τις συλλαμβάνουμε μόνο με τον νου μας. Επομένως, σε γενικές προτάσεις που περιέχουν καθολικές έννοιες δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την εποπτική εμπειρία μας ούτε να προβούμε σε μετρήσεις ή υπολογισμούς και συνεπώς χρειαζόμαστε άλλες μεθόδους. Αυτές είναι λογικές, δηλαδή, συλλογισμοί και επιχειρήματα, μέσω των οποίων οδηγούμαστε στην θεωρητική απόδειξη. Δεν έχει βρεθεί μαθηματικό κείμενο προελληνικού πολιτισμού (συμπεριλαμβανομένων των Κινέζων και των Ινδών) όπου να υπάρχει γενική θεωρητική απόδειξη, ή να εμφανίζονται καθολικές έννοιες. Επιπλέον, έχω την πεποίθηση ότι σε κανένα προελληνικό κείμενο (όχι μόνο στα μαθηματικά) δεν εμφανίζονται καθολικές έννοιες, συλλογισμοί ή επιχειρήματα. Πιστεύω ότι μια συστηματική έρευνα σε όλα τα προελληνικά κείμενα που έχουν διασωθεί θα επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό μου. Αυτό θα είναι και ένα από τα βασικά σημεία στα οποία θα επικεντρωθεί το προαναφερθέν ερευνητικό πρόγραμμα.
Φαίνεται λοιπόν ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν έναν δεύτερο κόσμο. Έναν κόσμο καθαρά πνευματικό. Τον κόσμο των καθολικών εννοιών ή των ‘καθόλου’, όπως τα αποκαλεί ο Αριστοτέλης. Το πρόβλημα αυτό είναι κεντρικό σε όλη την αρχαία φιλοσοφία. Πρώτος ο Παρμενίδης κάνει διάκριση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Τον κόσμο της ‘αλήθειας’, που είναι ο κόσμος του καθαρού πνεύματος, και τον κόσμο της ‘δοξασίας’ που είναι ο γνωστός κόσμος των αισθήσεων. Ο Πλάτων μιλά για τη διαφορά ανάμεσα στα πολλά και το ένα. Το ένα είναι η ιδέα, όπως την ονομάζει. Υπάρχουν πολλές δίκαιες πράξεις αλλά μόνο μία ιδέα της δικαιοσύνης. Κάτι είναι ωραίο γιατί «μετέχει» της ιδέας του ωραίου. Η ιδέα έχει λοιπόν καθολικότητα γιατί αντανακλάται σε όλα τα ωραία πράγματα. Πραγματική γνώση έχουμε μόνο για τις ιδέες και όχι για τα ‘πολλά’. Ο Αριστοτέλης ονομάζει ‘καθόλου’ αυτό που από τη φύση του κατηγορείται σε πολλά πράγματα, ενώ το ‘καθ’ έκαστον’ (δηλ. το επί μέρους) όχι. Ο άνθρωπος, για παράδειγμα, είναι καθόλου, ενώ ο Σωκράτης καθ’ έκαστον. Δηλαδή, τα καθ’ έκαστον είναι συγκεκριμένα ατομικά πράγματα που δεν μπορούν να παίξουν το ρόλο του κατηγορουμένου σε μια πρόταση. Ενώ καθόλου είναι όσα μπορούν να είναι κατηγορήματα σε πολλά υποκείμενα.[4]
Η ανακάλυψη του κόσμου των καθολικών εννοιών από τους Έλληνες εξηγεί τη συνεισφορά τους στην διαμόρφωση για πρώτη φορά επιχειρημάτων, αλλά και στην ανάπτυξη της λογικής, της θεωρητικής επιστήμης, των θεωρητικών μαθηματικών και της φιλοσοφίας. Όλα αυτά είναι αδύνατον να υπάρξουν χωρίς καθολικές έννοιες. Το ίδιο ισχύει και για την ηθική και πολιτική φιλοσοφία, την αντίληψη του αισθητικά ‘ωραίου’ και πολλά άλλα. Από τη στιγμή που οι Έλληνες ανακαλύπτουν αυτόν τον δεύτερο κόσμο των καθολικών εννοιών και ακόμα τρόπους χειρισμού τους και τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των δύο κόσμων (διάφορα είδη επιχειρημάτων ή συλλογιστικών τρόπων), αλλάζει η εικόνα τους για τον κόσμο και για τον εαυτό τους. Τα πάντα μπορούν να ιδωθούν με άλλο τρόπο – θεωρητικό – και να υποστηριχθούν με επιχειρήματα. Επιπλέον, αυτός ο κόσμος των καθόλου, εμφανίζεται ως ένας κόσμος απόλυτης ακρίβειας, καθαρότητας και αιωνιότητας. Αυτός είναι ο κόσμος της θεωρητικής επιστήμης και της ακριβούς γνώσης.[5] Από τον Πυθαγόρα και μετά όλη σχεδόν η αρχαία φιλοσοφία και ειδικότερα η μελέτη του όντος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προβληματισμός γύρω από τα καθόλου, τα καθέκαστα και τις αρχές τους.
* * *
Πως όμως οι Έλληνες έφθασαν στην ανακάλυψη των καθολικών εννοιών; Το ερώτημα είναι αδύνατο να απαντηθεί μόνο με ιστορικά δεδομένα. Θεωρώ όμως ότι αυτό έγινε μέσω του δημοκρατικού διαλόγου. Κατά τα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ., και μετά από τους τρεις τουλάχιστον αιώνες του «Ελληνικού Μεσαίωνα» εμφανίζονται οι πόλεις-κράτη και τα χαρακτηριστικά τους είναι αρκετά διαφορετικά από τα παλαιά Μυκηναϊκά βασίλεια. Το πολίτευμά τους είναι αριστοκρατικό. Ακόμα και όταν έχουμε βασιλεία, αυτή ελέγχεται από ένα αριστοκρατικό συμβούλιο. [6] Έτσι η διοίκηση του κράτους είναι συλλογική υπόθεση μιας ομάδας πολιτών με αντικρουόμενα πολλές φορές συμφέροντα και οι αποφάσεις αρχίζουν να παίρνονται κατόπιν διαλόγου.[7] Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτά τα αριστοκρατικά πολιτεύματα δεν θα εξελιχθούν σε βασίλεια (που είναι το πιο συνηθισμένο) αλλά σε περισσότερο δημοκρατικές κατευθύνσεις. Αυτό οφείλεται κυρίως σε μια μεγάλη αλλαγή που συντελείται στην τεχνική του πολέμου στα τέλη του όγδοου αιώνα π.Χ. Οι Έλληνες ανακαλύπτουν την τεχνική του πολέμου σε φάλαγγα.[8] Η φάλαγγα, που στελεχώνεται από τη μεσαία τάξη, εξελίσσεται στο πιο δυναμικό και αποτελεσματικό σώμα στρατού, σαφώς ανώτερο του ιππικού, που στελεχώνεται από την αριστοκρατία. Έτσι η μεσαία τάξη διεκδικεί σταδιακά δικαιώματα και συμμετοχή στην εξουσία και το πολίτευμα γίνεται περισσότερο συλλογικό.[9] Επιπλέον, ο πόλεμος σε φάλαγγα αλλάζει την αντίληψη για την ανδρεία και κάνει δυνατή την καθιέρωση της αξίας της ‘ισότητας’ η οποία γίνεται κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ιδεολογίας των νέων πόλεων. Έτσι η ανδρεία η οποία ήταν η ατομική δύναμη και ικανότητα στη μάχη (όπως π.χ. ο Ηρακλής ή ο Αχιλέας), τώρα αλλάζει νόημα και θεωρείται η ικανότητα να κρατά ο οπλίτης τη γραμμή του και να μην την εγκαταλείπει, συνεργαζόμενος με τον διπλανό του. Αυτή η αντίληψη φαίνεται ήδη στην ποίηση του Τυρταίου (640 – 630 π.Χ.).[10] Η δύναμη της φάλαγγας οφείλεται στη συνοχή της. Λειτουργεί ως μία ενότητα και οι οπλίτες που την απαρτίζουν πρέπει να συμπεριφέρονται ως απόλυτα ίσοι. Η ατομική διαφορά υποτάσσεται στην ενότητα και στο συμπαγές της φάλαγγας. Μέσω της φάλαγγας γίνεται κατανοητό ότι το όλον έχει πολύ μεγαλύτερη αξία και σημασία από τα μέρη. Ένας να διαφέρει, δείχνοντας είτε υπερβολική τόλμη είτε δειλία, η φάλαγγα κινδυνεύει να διασπαστεί. Η απόλυτη αυτή ισότητα των οπλιτών θα έχει αντανάκλαση στην αντίληψη περί ισότητας των πολιτών μέσα στην πόλη και στην αντίληψη ότι το σύνολο – η πόλη – είναι πολύ πιο σημαντική από τους ξεχωριστούς ανθρώπους.[11] Ο σωστός άνθρωπος πρέπει να είναι πολίτης, να ανήκει σε πόλη. Όλες αυτές οι ιδεολογικές εξελίξεις, που είναι ήδη ορατές στον Αναξίμανδρο, διαμορφώνουν το πνευματικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της δημοκρατίας. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμφάνιση της επιστήμης και της φιλοσοφίας που γίνεται στις Ιωνικές πόλεις λαμβάνει χώρα έναν περίπου αιώνα μετά την καθιέρωση της φάλαγγας στην τεχνική του πολέμου. Το ότι η πρώτη εμφάνηση της φιλοσοφίας και επιστήμης γίνεται στις Ιωνικές πόλεις και μάλιστα στην Μίλητο[12] εξηγείται εύκολα γιατί αυτές οι πόλεις, πέρα από τις εξελίξεις που είδαμε σε όλο τον ελλαδικό χώρο, είναι οι πρώτες που ήλθαν σε επαφή με άλλους λαούς και ανέπτυξαν αξιόλογο εμπόριο. Η κριτική αντιμετώπιση των διάφορων ηθών, νομοθεσιών, πολιτικών σχηματισμών κτλ. εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν γενκότερο προβληματισμό γύρω από τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό των πρωτοεμφανιζόμενων πόλεων είναι ότι δεν έχουν μιαν ξεχωριστή τάξη ιερέων η οποία θα μονοπωλούσε τη γνώση και θα την περιόριζε μέσα μόνο σε μια κάστα. Χρέη ιερέα στις ελληνικές πόλεις εκτελεί ο αρχαιότερος μέσα σε κάθε οικογένεια. ‘Ετσι οι ιερείς δεν διακρίνονται από τους άλλους πολίτες. Αυτό θα επιτρέψει ώστε να αναπτυχθεί μια απλή, αλφαβητική γραφή με 24 μόνο γράμματα που ο καθένας μπορεί να τα μάθει. Με άλλα λόγια, μια ‘δημοκρατική’ γραφή για όλο τον λαό.
Σ’ αυτές λοιπόν τις πόλεις-κράτη δεν υπάρχει μια τάξη που να κατέχει τη γνώση (ανθρώπινη ή θεϊκή) και κυβερνώνται από μια συλλογική ηγεσία που σταδιακά διευρύνεται. Σε μια τέτοια πόλη, τα κοινά προβλήματα μπορούν να λυθούν με δύο τρόπους: είτε με τη βία, είτε με το διάλογο. Οι Έλληνες σύντομα κατανόησαν την αξία του διαλόγου στη λύση των πολιτικών προβλημάτων τους. Τώρα ο αγώνας για να επικρατήσει το συμφέρον του καθενός δε γίνεται με τα όπλα αλλά με τον λόγο.[13] Όταν αντιτιθέμενα συμφέροντα συγκρούονται και προσπαθούμε να τα συμβιβάσουμε με το διάλογο, τότε ξεπερνάμε τα ατομικά συμφέροντα και μιλάμε για το γενικό συμφέρον της πόλης. Αυτό δεν είναι το ατομικό συμφέρον και δίκαιο αλλά το γενικό, η δικαιοσύνη. Μέσω του διαλόγου ξεπερνάμε τα ατομικά συμφέροντα και πεποιθήσεις (καθ’ έκαστα) και περνάμε σε συλλογικές αξίες κοινές για όλους. Έτσι ο διάλογος και η αναζήτηση του κοινού δικαίου οδηγεί στο πέρασμα από τα καθέκαστα στα καθόλου – στις καθολικές έννοιες.
Αναγκαία όμως συνθήκη για την ύπαρξη διαλόγου είναι η ισότητα. Διάλογος υπάρχει μόνο όταν βλέπουμε τον άλλον τον αντίπαλό μας στην πολιτική ως ίσο με εμάς. Χωρίς την αντίληψη της πολιτικής ισότητας έχουμε μόνο υποταγή στον ισχυρότερο. Έτσι, τα πολιτεύματα των Ελλήνων στηρίζονται στην αντίληψη της ισότητας των πολιτών. Οι έννοιες ‘ισότης’, ‘ισονομία’, ‘ισηγορία’, ‘ισοκρατία’ έχουν κεντρικό ρόλο στο πολιτικό λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων. Όταν όμως σε μια πόλη έχουμε μιαν ομάδα ‘ίσων’ πολιτών, αυτοί δεν υπακούουν σε κάποιον άλλο άνθρωπο ή πολίτη, αλλά μόνο στους ‘κοινούς’ νόμους της πόλης που αποφασίζονται από αυτούς και αντανακλούν το δίκαιο στην πόλη. Η υπακοή στους κοινούς νόμους και όχι σε κάποιον άνθρωπο είναι ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής ζωής των Ελλήνων. Όταν όμως κάποιος δεν υπακούει σε κανέναν άλλον, δεν έχει κανέναν ‘κύριο’ ή ‘αφέντη’ από πάνω του, τότε είναι ελεύθερος. Οι πόλεις-κράτη των Ελλήνων είναι πόλεις ελεύθερων ανθρώπων. Εδώ εδράζεται κατά τον Ηρόδοτο (Ζ, 103-4, 135, πρβλ. Πλούταρχος, Θεμιστοκλής 27) και η διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και τους Βάρβαρους.
* * *
Οι πόλεις της ισότητας και ελευθερίας γεννούν την πολιτική και τον πολιτισμό. Οι αξίες αυτές ενισχύονται σταδιακά από μιαν καθολική και ελεύθερη παιδεία για όλους τους νέους. Έτσι οι Έλληνες πρότειναν μια σειρά από αξίες που αποτέλεσαν τη βάση για τις δυτικές σύγχρονες ‘ανοικτές κοινωνίες’. Όταν βλέπουμε τους άλλους ως ίσους με εμάς και ελεύθερους, μόνο τότε μπορούμε να έχουμε έναν πραγματικό διάλογο μαζί τους. Γιατί στους άνισους υπάρχει μόνο το ‘άρχειν’ και το ‘άρχεσθαι’. Αναγνώριση της ισότητας και της ελευθερίας του άλλου μας κάνει επίσης ανεκτικούς απέναντί του και έτοιμους, μέσω του διαλόγου, να κατανοήσουμε τις απόψεις και τις ιδιαιτερότητές του. Επιπλέον ο κοινός διάλογος για την εύρεση του κοινού συμφέροντος και δικαίου οδηγεί στην ανακάλυψη του κόσμου των καθολικών εννοιών και κάνει δυνατή την ανάπτυξη της λογικής, της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε εύλογα και στο ερώτημα του τι οφείλουμε στους Έλληνες και τι οφείλουν οι Έλληνες στους προελληνικούς λαούς. Πράγματι οι Έλληνες πήραν από άλλους λαούς πολλά πράγματα: μαθηματικά, αστρονομία, μουσική, ιατρική, φυσική, ζωγραφική, γλυπτική, θρησκευτικές πεποιθήσεις, νόμους, γνώσεις για κατασκευές, επεξεργασία υλικών, ναυτιλία. Ότι όμως πήραν ήταν εμπειρικές γνώσεις και τεχνικές οδηγίες. Οι Έλληνες τα μεταμόρφωσαν σε θεωρία, σε σύστημα, σε επιστήμη. Τα ολοκλήρωσαν και τα τελειοπόιησαν. Έχει δίκιο λοιπόν ο πλατωνικός συγγραφέας της Επινομίδος[14] (987d9-e1) που λέει «ας λάβουμε υπ’ όψιν πως ό,τι λαμβάνουν οι Έλληνες από τους βάρβαρους, το ολοκληρώνουν και το τελειοποιούν».
Vassilis Karasmanis
ON THE BIRTH OF THE ANCIENT GREEK CIVILIZATION: AN INTERPRETATION
Abstract
The problem of the birth of Greek civilization still remains as one of the most difficult historical and theoretical problems. It is commonplace to say that modern Western civilization was based on the ancient Greek civilization. We believe that in a short period, in a small part of the Mediterranean, the small Greek people has produced achievements that have marked all the later world culture, such as philosophy, science, mathematics, the alphabet, art, theater, literature, politics, history, sports etct,. However, there are scholars who believe that we can find almost all of the above things (with the possible exception of the theater) – perhaps in early form – in the pre-Hellenic civilizations. Finally, do we really owe to Greeks all the above? What did the the Greeks have taken from earlier cultures and what is their own originality? Is there something, some factor, the occurrence of which in Greek society have caused the boom in all these areas? The answer I propose is that the Greeks, for the first time in history, have discovered the world of universal notions and this has given rise to logic, philosophy, science ect. This discovery is connected with the political characteristics of the new city-states, the new technique of war in phalanx, and the introduction of the political dialogue. These thoughts, if proved fruitful, will evolve into a broader research project that will contribute significantly to the interpretation of the phenomenon of Greek civilization.
[1] The Greeks, Penguin Books, Harmondsworth, 1951.
[2] Δεν θα κάνω εδώ διάκριση μεταξύ ‘γενικότητας’ και ‘καθολικότητας’ γιατί δεν παίζει ρόλο στο θέμα μου.
[3] Συνολικά, τέσσερα θεωρήματα – καθώς και ένα πέμπτο για το οποίο όμως υπάρχει αμφισβήτηση – αποδίδονται στο Θαλή. Για τα θεωρήματα αυτά καθώς και για τον πιθανό τρόπο απόδειξής τους, βλ. Vassilis Karasmanis, “On the first Greek mathematical proof”, Hermathena, No 169 (2000), 7-21.
[4] Τόσο στα Μεταφυσικά (π.χ. 982α20-30, 1059b27, 1086b4-7, 1086b33-37), όσο και στα Αναλυτικά Ύστερα (π.χ. 75b23-28, 77a5-10, 81b1), ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η γνώση και η επιστήμη αφορούν τα καθόλου, τις καθολικές έννοιες. Η επιστήμη είναι αποδεικτική. Δεν μπορούμε να έχουμε επιστήμη που να μην είναι αποδεικτική. Και ότι κάθε απόδειξη και κάθε συλλογισμός αναγκαστικά χρησιμοποιεί καθολικές έννοιες. Σε ένα άλλο χωρίο στα Μεταφυσικά (1086b2-5) ο Αριστοτέλης μας λέει ότι ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με τους ορισμούς των καθολικών εννοιών ήταν ο Σωκράτης. Για την εποχή πριν το Σωκράτη, ο Αριστοτέλης (Μεταφυσικά 1078b13-30) αναγνωρίζει τρεις μόνο περιπτώσεις φιλοσόφων που είχαν συνεισφορά στη διαμόρφωση της έννοιας του καθόλου. Αυτές οι τρεις περιπτώσεις είναι: Πρώτον, οι Πυθαγόρειοι με την εργασία τους πάνω στους αριθμούς και στις αριθμητικές αναλογίες. Δεύτερον, ο Εμπεδοκλής με τις αριθμητικές αναλογίες του στη φυσική θεωρία του για τη σύνθεση της ύλης για να εξηγήσει τη σύσταση των διαφόρων υλικών. Τρίτον, ο Δημόκριτος για το προβληματισμό του πάνω στους ορισμούς αλλά και γιατί ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με την έννοια της ουσίας στην οποία ο Αριστοτέλη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα.
[5] Ο Πλάτων στην Πολιτεία του (511b-c) μας λέει ότι η διαλεκτική, που είναι η ανώτατη γνωστική βαθμίδα, πορεύεται χωρίς να χρησιμοποιεί τίποτε το αισθητό αλλά μόνο ιδέες. Ο Αριστοτέλης (Μεταφυσικά 981a1-20) λέει οτι η επιστήμη και η τέχνη προκύπτουν από την εμπειρία. Η εμπειρία είναι η γνώση των επί μέρους ενώ η τέχνη η γνώση των καθόλου. Στην πράξη όμως φαίνεται ότι η εμπειρία δεν διαφέρει από την τέχνη. Συχνά μάλιστα άνθρωποι της εμπειρίας πετυχαίνουν καλλίτερα από ανθρώπους της τέχνης γιατί η πράξη και η δημιουργία σχετίζεται με τα επί μέρους. Οι άνθρωποι της τέχνης γνωρίζουν την αιτία των πραγμάτων, το ‘διότι’, ενώ οι εμπειρικοί μόνο το ‘ότι’ (28-9). Έτσι ο τεχνίτης είναι σοφότερος από τον εμπειρικό, η δέ σοφία είναι η επιστήμη των αρχών και των αιτιών. Η δέ επιστήμη είναι «έξις αποδεικτική» (Ηθικά Νικομάχεια, 1139b31-2). Με βάση αυτές τις διακρίσεις και παρατηρήσεις του Αριστοτέλη θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι οι προελληνικοί πολιτισμοί ευρίσκονταν στο επίπεδο της εμπειρίας – ή έστω μιας κατώτερης μορφής τέχνης – ενώ οι Έλληνες προχώρησαν στο επίπεδο της επιστήμης και της σοφίας.
[6] Με την κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού καταστρέφονται οι μεγάλες πόλεις και οι παλιές πολιτικές δομές. Φαίνεται ότι το εμπόριο και οι επικοινωνίες περιορίζονται δραστικά. Ο κόσμος ζει σε μικρά χωριά επιστρέφοντας σε μιαν απλή περιορισμένη αγροτική ζωή ικανή μόνο για την καθημερινή επιβίωση. Αν παρατηρήσουμε τη γεωγραφική μορφολογία του ελληνικού χώρου θα δούμε ότι αποτελείται από κατά βάση από μικρές πεδιάδες αποκλεισμένες από βουνά και θάλασσα. Από αυτές τις μικρές γεωγραφικές και οικονομικές ενότητες θα αναδυθούν οι πόλεις – κράτη. Κάθε τέτοια πόλη αποτελείται από την κεντρική πεδιάδα, τα βουνά που την περιβάλλουν, κάποια μικρά ποτάμια που ρέουν από τα βουνά, και αρκετά συχνά κάποια διέξοδος στη θάλασσα. Μια τέτοια γεωγραφική ενότητα χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη βιοποικιλία που κάνει ικανή την πόλη να έχει μια οικονομική αυτονομία. Οικιστικά τώρα, η πόλη αποτελείται από πολλά μικρά χωρία με τους τοπικούς τους άρχοντες. Σταδιακά, ένα από αυτά θα γίνει η κεντρική αγορά, θα μεγαλώσει και θα αποτελέσει το κέντρο της οικονομικής και πολιτικής ζωής της πόλης (βλ. ο συνοικισμός του Θησέα στην Αθήνα). Στο πολιτικό τώρα επίπεδο, αυτή η γεωγραφική και οικονομική ενότητα διοικείται από τους τοπικούς άρχοντες και τις οικογένειές τους. Το πολίτευμά της είναι λοιπόν είτε αριστοκρατικό είτε μια χαλαρή βασιλεία με μεγάλη αυτονομία των τοπικών αρχόντων.
[7] Βλ. τη συνέλευση των αρχηγών στην Ιλιάδα (ραψωδία Α).
[8] Θεωρώ πολύ πιθανό ότι η φάλαγγα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στους πολέμους ανάμεσα στην Χαλκίδα και την Ερέτρια για το Λιλάντιο πεδίο.
[9] Μια δεύτερη σημαντική διεύρυνση της δημοκρατίας παρατηρούμε στην Αθήνα (και σε άλλες ναυτικές κυρίως πόλεις) μετά τους περσικούς πολέμους. Τώρα η πολεμική δύναμη της Αθήνας στηρίζεται στο ναυτικό της. Αλλά οι ναύτες είναι οι φτωχοί γιατί ο οπλισμός τους είναι ελαφρύς. Έτσι οι φτωχές τάξεις διεκδικούν και αποκτούν πλήρη δικαιώματα.
[10] Βλ. Τυρταίος, απόσπασμα 11 W, Στοβαίος, 4. 9. 16. Στα αποσπάματα του Τυρταίου έχουμε πολλές αναφορές στον πόλεμο με φάλαγγα.
[11] Στην Σπάρτη του τέλους του 7ου αιώνα π.Χ. το ιππικό παίζει ελάχιστο ρόλο στον πόλεμο, οι δε οπλίτες αποκαλούνται και «όμοιοι».
[12] Η γέννηση του Θαλή υπολογίζεται κάπου μεταξύ του 640 και του 620 π.Χ.
[13] Ήδη από την πρώιμη αρχαϊκή εποχή οι Έλληνες είχαν αναπτύξει ένα ‘αγωνιστικό’ πνεύμα. Αυτό δεν εμφανίζεται μόνο στους περίφημους αθλητικούς αγώνες αλλά και σε αγώνες ποίησης και μουσικής. Η αντίληψη είναι να βρεθούν οι πραγματικά καλύτεροι και πιο άξιοι μέσω ενός ισότιμου ανταγωνισμού με σαφείς κανόνες. Η καταγωγή και η εξουσία αρχίζουν να υποχωρούν μπροστά στην ικανότητα και την αξία. Σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς και αρχαιολόγους, οι μουσικοί αγώνες των Δελφών προηγούνται των Ολυμπιακών αγώνων. Αργότερα, στην κλασική εποχή θα εμφανιστούν και άλλα είδη αγώνων, όπως ρητορικοί και διαλεκτικοί.
[14] Σύμφωνα με μία παράδοση (βλ. Διογένης Λαέρτιος, ΙΙΙ, 37), η Επινομίς δεν έχει γραφεί από τον Πλάτωνα αλλά από τονμαθητή του τον Φίλιππο τον Οπούντιο.